Μετάβαση στο περιεχόμενο

εικοσάδραχμο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το εικοσάδραχμο τα εικοσάδραχμα
      γενική του εικοσάδραχμου των εικοσάδραχμων
    αιτιατική το εικοσάδραχμο τα εικοσάδραχμα
     κλητική εικοσάδραχμο εικοσάδραχμα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εικοσάδραχμο < εικοσά(δα) + -δραχμο  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  
Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος: χάρτινο εικοσάδραχμο τυπωμένο το 1926

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

εικοσάδραχμο ουδέτερο

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]