ενθουσιαστής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ενθουσιαστής ενθουσιαστές
γενική ενθουσιαστή ενθουσιαστών
αιτιατική ενθουσιαστή ενθουσιαστές
κλητική ενθουσιαστή ενθουσιαστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενθουσιαστής < ενθουσιάζω + -τής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενθουσιαστής αρσενικό (θηλυκό: ενθουσιάστρια)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]