εν δυνάμει

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εν δυνάμει, δοτική της καθομιλουμένης. Βλέπε τις λέξεις εν και δύναμη.

Open book 01.svg Έκφραση[επεξεργασία]

εν δυνάμει

κάθε πολίτης είναι εν δυνάμει ψηφοφόρος

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]