εν πλω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εν πλω, εμπρόθετο με δοτική της καθομιλούμενης. Βλέπε εν και πλους.

Έκφραση[επεξεργασία]

εν πλω

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]