εξάχνωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξάχνωση < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εξάχνωση θηλυκό

  • (φυσική), (λαϊκότροπο) η μετατροπή ενός στερεού σε αέριο χωρίς να μεσολαβήσει η υγρή κατάσταση


Μεταφράσεις[επεξεργασία]