ετεροπολικός δεσμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ετεροπολικός δεσμός ετεροπολικοί δεσμοί
γενική ετεροπολικού δεσμού ετεροπολικών δεσμών
αιτιατική ετεροπολικό δεσμό ετεροπολικούς δεσμούς
κλητική ετεροπολικέ δεσμέ ετεροπλικοί δεσμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ετεροπολικός δεσμός < ετεροπολικός + δεσμός

Open book 01.svg Πολυλεκτικός όρος[επεξεργασία]

ετεροπολικός δεσμός αρσενικό

  • (χημεία) ο χημικός δεσμός μεταξύ ατόμων όπου το ένα άτομο προσφέρει ηλεκτρόνια και το άλλο τα δέχεται
    ο ετεροπολικός ή ιοντικός δεσμός εμφανίζεται στις ενώσεις μεταξύ μετάλλων και αμετάλλων, όπως για παράδειγμα στο αλάτι (χλωριούχο νάτριο). Κάθε μεταλλικό άτομο χάνει ένα ή περισσότερα ηλεκτρόνια προς όφελος του ατόμου του αμετάλλου. Τα δύο άτομα καθίστανται έτσι ιόντα με θετικό και αρνητικό φορτίο αντίστοιχα. Συνέπεια αυτού είναι τα αντίθετα φορτία των δύο ιόντων να έλκονται αποκαθιστώντας έτσι ένα "ιοντικό δεσμό".

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]