ευτελισμός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ευτελισμός < ευτελίζω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ευτελισμός αρσενικό
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ευτελισμός
|
|