Μετάβαση στο περιεχόμενο

ζιαμέτι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ζιαμέτι τα ζιαμέτια
      γενική του ζιαμετιού των ζιαμετιών
    αιτιατική το ζιαμέτι τα ζιαμέτια
     κλητική ζιαμέτι ζιαμέτια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ζιαμέτι < τουρκική ziamet < οθωμανική τουρκική زعامت (zeamet) < αραβική زعامة (zaʻāmat, εξουσία)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ζιαμέτι ουδέτερο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]