ζιαμέτι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | ζιαμέτι | τα | ζιαμέτια |
| γενική | του | ζιαμετιού | των | ζιαμετιών |
| αιτιατική | το | ζιαμέτι | τα | ζιαμέτια |
| κλητική | ζιαμέτι | ζιαμέτια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ζιαμέτι ουδέτερο
- (ιστορία, παρωχημένο) έκταση γης (ή έσοδα από έκταση γης) που παραχωρούνταν από τον σουλτάνο σε κάποιον ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες του, ιδίως στον στρατιωτικό τομέα
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τραγούδι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα τουρκικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα οθωμανικά τουρκικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αραβικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιστορία (νέα ελληνικά)
- Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)