ηλίθια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Ειλείθυια, Ειλήθυια

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ηλίθια < ηλίθιος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.li.θi.a/

Ομώνυμα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

ηλίθια

  1. κατά τρόπο ηλίθιο, χωρίς προηγούμενη σκέψη για τις συνέπειες μιας πράξης, ανόητα
    φέρθηκα ηλίθια

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

ηλίθια

  1. θηλυκό του ηλίθιος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού
  2. ουδέτερο του ηλίθιος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού