θεατρινισμός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]θεατρινισμός αρσενικό
- συμπεριφορά που περιλαμβάνει έντονες και υπερβολικές κινήσεις και ενέργειες εντυπωσιασμού ή παραπλάνησης για την επίτευξη ενός στόχου
ο τηλεπωλητής με κάθε λογής θεατρινισμούς προσπαθούσε να εντυπωσιάσει ώστε να πουλήσει στους θεατές το εμπόρευμά του- ※ Αυτό το πήδημα έξω από την αρλουμπολογία, τον θεατρινισμό και τη θεατρικότητα των μέχρι τώρα κωμωδιών, με τη σβελτωσύνη ενός Χάρρυ Κλυν , με τη φινέτσα και τη δροσιά μιας σπιρτόζας μικρής σουμπρέττας, όπως είναι η Ματίνα Καρρά και μιας θελκτικής νεαρής πρωταγωνίστριας σαν την Έρρικα Μπρόγιερ και με την ευρηματικότητα και την κινηματογραφική αντίληψη του σκηνοθέτη Γρηγόρη Γρηγορίου, είναι από τα πιο ελπιδοφόρα. (Γιάννης Σολδάτος, Ιστορία του Ελληνικού κινηματογράφου: Η ελληνική κινηματογραφική κωμωδία, εκδ. Αιγόκερως, 1989, σελ. 176)
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] θεατρινισμός
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- θεατρινισμός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας