ιδεαλίστρια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ιδεαλίστρια ιδεαλίστριες
γενική ιδεαλίστριας ιδεαλιστριών
αιτιατική ιδεαλίστρια ιδεαλίστριες
κλητική ιδεαλίστρια ιδεαλίστριες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιδεαλίστρια < ιδεαλιστής + κατάληξη θηλυκού -ίστρια < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική idéaliste < γερμανική Idealist < λατινική idealis < idea < αρχαία ελληνική ἰδέα < εἴδω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *weyd- (βλέπω, γνωρίζω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ιδεαλίστρια θηλυκό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]