κακοπληρώτρια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κακοπληρώτρια < κακοπληρωτής + -τρια
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κακοπληρώτρια θηλυκό
- → δείτε τη λέξη κακοπληρωτής
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κακοπληρώτρια
|
|