καραβοτσακίζομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καραβοτσακίζομαι < καράβι + -ο- + τσακίζομαι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

καραβοτσακίζομαι (αποθετικό)

  1. (για καράβι) πέφτω σε βράχια και τσακίζομαι
  2. (για άνθρωπο σε καράβι) πέφτει το καράβι με το οποίο ταξιδεύω σε βράχια και κινδυνεύω ή ναυαγώ
  3. (μεταφορικά) ταλαιπωρούμαι
  4. (μεταφορικά) καταστρέφομαι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]