καραβοτσάκισμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καραβοτσάκισμα καραβοτσακίσματα
γενική καραβοτσακίσματος καραβοτσακισμάτων
αιτιατική καραβοτσάκισμα καραβοτσακίσματα
κλητική καραβοτσάκισμα καραβοτσακίσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καραβοτσάκισμα < καραβοτσακίζομαι + -μα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καραβοτσάκισμα ουδέτερο

  1. το τσάκισμα ενός πλοίου (σε βράχια), η συντριβή του
  2. (μεταφορικά) (μεγάλη) ταλαιπωρία, αποτυχία ή δυστυχία
    Βάσανα, πίκρες, φαρμάκια, καραβοτσακίσματα, / σαν το βράχο που τον δέρνουν της θάλασσας τα κύματα. (Από το τραγούδι «Τα καραβοτσακίσματα» (1936) σε μουσική και στίχους του Μάρκου Βαμβακάρη)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]