καταθέτρια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καταθέτρια καταθέτριες
γενική καταθέτριας καταθετριών
αιτιατική καταθέτρια καταθέτριες
κλητική καταθέτρια καταθέτριες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταθέτρια < καταθέτης + κατάληξη θηλυκού -τρια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καταθέτρια θηλυκό

δείτε τη λέξη: καταθέτης

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

για γλώσσες που δεν έχουν ξεχωριστή λέξη για το θηλυκό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε καταθέτης