κεχαγιάδικος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κεχαγιάδικος κεχαγιάδικοι
γενική κεχαγιάδικου κεχαγιάδικων
αιτιατική κεχαγιάδικο κεχαγιάδικους
κλητική κεχαγιάδικε κεχαγιάδικοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κεχαγιάδικος < κεχαγιά(ς) + -άδικος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κεχαγιάδικος αρσενικό

  1. παραδοσιακός χορός από το νησί της Λήμνου

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]