κιοφτέρι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | κιοφτέρι | τα | κιοφτέρια |
| γενική | του | κιοφτεριού | των | κιοφτεριών |
| αιτιατική | το | κιοφτέρι | τα | κιοφτέρια |
| κλητική | κιοφτέρι | κιοφτέρια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κιοφτέρι < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κιοφτέρι ουδέτερο, συχνά στον πληθυντικό: κιοφτέρια
- (γαστρονομία) ελληνικό και κυπριακό έδεσμα από αποξηραμένη μουσταλευριά, συνήθως σε σχήμα λεπτού τετραγώνου ή ορθογώνιου
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κιοφτέρι
|
|