κρανιοτομή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κρανιοτομή < κρανίο + τομή

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kɾa.ni.ɔ.tɔ.ˈmi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κρανιοτομή θηλυκό

  • η χειρουργική επέμβαση που περιλαμβάνει διάνοιξη του κρανίου
    είχε έναν όγκο στον εγκέφαλο και έπρεπε να του κάνουν κρανιοτομή

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]