κρανίο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κρανίο κρανία
γενική κρανίου κρανίων
αιτιατική κρανίο κρανία
κλητική κρανίο κρανία
κρανίο(1) προβάτου

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κρανίο < αρχαία ελληνική κρανίον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κρανίο ουδέτερο

  1. (ανατομία) το σύνολο των οστών του κεφαλιού
    Το κρανίο προστατεύει τον εγκέφαλο.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]