πρόβατο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πρόβατο με το χαρακτηριστικό τρίχωμά του
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πρόβατο πρόβατα
γενική προβάτου
& πρόβατου
προβάτων
& πρόβατων
αιτιατική πρόβατο πρόβατα
κλητική πρόβατο πρόβατα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρόβατο < αρχαία ελληνική πρόβατον < προβαίνω < προ + βαίνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρόβατο ουδέτερο (θηλυκό: προβατίνα)

  1. (ζωολογία) τετράποδο θηλαστικό οικόσιτο ζώο (επιστημονικό όνομα Ovis aries) που ζει σε κοπάδι· εκτρέφεται για το μαλλί του, καθώς και για το γάλα, από το οποίο φτιάχνεται τυρί, γιαούρτι κ.ά.
  2. (μεταφορικά) αφελής
  3. (μεταφορικά) ανόητος
  4. (μεταφορικά) άκακος

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]