απολωλός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική απολωλός απολωλή απολωλό
γενική απολωλού απολωλής απολωλού
αιτιατική απολωλό απολωλή απολωλό
κλητική απολωλέ απολωλή απολωλό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απολωλοί απολωλές απολωλά
γενική απολωλών απολωλών απολωλών
αιτιατική απολωλούς απολωλές απολωλά
κλητική απολωλοί απολωλές απολωλά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απολωλός < ελληνιστική κοινή ἀπολωλός[1], ουδέτερο του ἀπολωλώς < αρχαία ελληνική ἀπόλλυμι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

απολωλός, -ή, -ό

  1. (λαϊκότροπο) άτομο που έχει ξεστρατίσει, που έχει χάσει τον ηθικό του προσανατολισμό, που έχει φύγει απ’ την οικογένεια
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: απολωλός πρόβατο
  2. (λαϊκότροπο) χαμένος
  3. (λαϊκότροπο) ελαφρόμυαλος

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. Από τη βιβλική παραβολή: «εἶπε δὲ πρὸς αὐτοὺς τὴν παραβολὴν ταύτην λέγων· 4 Τίς ἄνθρωπος ἐξ ὑμῶν ἔχων ἑκατὸν πρόβατα καὶ ἀπολέσας ἓν ἐξ αὐτῶν, οὐ καταλείπει τὰ ἐνενήκοντα ἐννέα ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ πορεύεται ἐπὶ τὸ ἀπολωλὸς ἕως οὗ εὕρῃ αὐτό; 5 καὶ εὑρὼν ἐπιτίθησιν ἐπὶ τοὺς ὤμους αὐτοῦ χαίρων, 6 καὶ ἐλθὼν εἰς τὸν οἶκον συγκαλεῖ τοὺς φίλους καὶ τοὺς γείτονας λέγων αὐτοῖς· συγχάρητέ μοι, ὅτι εὗρον τὸ πρόβατόν μου τὸ ἀπολωλός. 7 λέγω ὑμῖν ὅτι οὕτω χαρὰ ἔσται ἐν τῷ οὐρανῷ ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι ἢ ἐπὶ ἐνενήκοντα ἐννέα δικαίοις, οἵτινες οὐ χρείαν ἔχουσιν μετανοίας (Κατά Λουκάν, ιε’, 3-7)