άσωτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἄσωτος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άσωτος άσωτη άσωτο
γενική άσωτου άσωτης άσωτου
αιτιατική άσωτο άσωτη άσωτο
κλητική άσωτε άσωτη άσωτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άσωτοι άσωτες άσωτα
γενική άσωτων άσωτων άσωτων
αιτιατική άσωτους άσωτες άσωτα
κλητική άσωτοι άσωτες άσωτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άσωτος < αρχαία ελληνική ἄσωτος < ἀ- + σῴζω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άσωτος, -η, -ο

  1. που δεν τελειώνει, δεν εξαντλείται
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: άσωστος, απέραντος, ατελείωτος
  2. που σπαταλά χωρίς μέτρο, κάνοντας υπερβολές
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: σπάταλος
  3. που σπαταλά την (πατρική) περιουσία σε ασωτίες, που οδηγείται στην (οικονομική ή ηθική) καταστροφή
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: έκλυτος
  4. διεφθαρμένος

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]