άσωτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: ἄσωτος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άσωτος άσωτη άσωτο
γενική άσωτου άσωτης άσωτου
αιτιατική άσωτο άσωτη άσωτο
κλητική άσωτε άσωτη άσωτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άσωτοι άσωτες άσωτα
γενική άσωτων άσωτων άσωτων
αιτιατική άσωτους άσωτες άσωτα
κλητική άσωτοι άσωτες άσωτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άσωτος < αρχαία ελληνική ἄσωτος < ἀ- + σῴζω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άσωτος, -η, -ο

  1. που δεν τελειώνει, δεν εξαντλείται
    συνώνυμα: άσωστος, απέραντος, ατελείωτος
  2. που σπαταλά χωρίς μέτρο, κάνοντας υπερβολές
    συνώνυμα: σπάταλος
  3. που σπαταλά την (πατρική) περιουσία σε ασωτίες, που οδηγείται στην (οικονομική ή ηθική) καταστροφή
    συνώνυμα: έκλυτος
  4. διεφθαρμένος

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]