Μετάβαση στο περιεχόμενο

Schaf

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική das Schaf die Schafe
γενική des Schafs
Schafes
der Schafe
δοτική dem Schaf
Schafe
den Schafen
αιτιατική das Schaf die Schafe

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ʃaːf/
 
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Schaf (de) ουδέτερο



Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Schaf < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Schaf αρσενικό ή θηλυκό

  • TNG-Adler, Liste der Nachnamen, ανακτήθηκε στις 29/9/2023