czaszka

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική czaszka czaszki
γενική czaszki czaszek
δοτική czaszce czaszkom
αιτιατική czasz czaszki
οργανική czasz czaszkami
τοπική czaszce czaszkach
κλητική czaszko czaszki

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈʧ̑aʃka/
czaszka 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

czaszka (pl) θηλυκό

  1. (ανατομία), (κοινά) κρανίο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]