κρεατόσουπα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κρεατόσουπα οι κρεατόσουπες
      γενική της κρεατόσουπας
    αιτιατική την κρεατόσουπα τις κρεατόσουπες
     κλητική κρεατόσουπα κρεατόσουπες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κρεατόσουπα < κρέας + σούπα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κρεατόσουπα θηλυκό

  1. (γαστρονομία): σούπα με κυρίαρχο στοιχείο κρέας ή ζωμό κρέατος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]