κρικητός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | κρικητός | οι | κρικητοί |
| γενική | του | κρικητού | των | κρικητών |
| αιτιατική | τον | κρικητό | τους | κρικητούς |
| κλητική | κρικητέ | κρικητοί | ||
| Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κρικητός < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κρικητός αρσενικό