κωλαράκος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κωλαράκος < κώλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κωλαράκος αρσενικό

  1. υποκοριστικό του κώλος
    Τα θέλει ο κωλαράκος σου...
  2. μικρός κώλος