λάζος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | λάζος | οι | λάζοι |
| γενική | του | λάζου | των | λάζων |
| αιτιατική | τον | λάζο | τους | λάζους |
| κλητική | λάζε | λάζοι | ||
| Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λάζος < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λάζος αρσενικό
- είδος μαχαιριού που διπλώνει στη λαβή, σουγιάς
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] λάζος
|
|