λαγονοψοΐτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λαγονοψοΐτης λαγονοψοΐτες
γενική λαγονοψοΐτη λαγονοψοϊτών
αιτιατική λαγονοψοΐτη λαγονοψοΐτες
κλητική λαγονοψοΐτη λαγονοψοΐτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαγονοψοΐτης < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λαγονοψοΐτης αρσενικό

  • (ανατομία) μύωνας του ανθρώπινου σώματος, ο οποίος αποτελείται από το μεγάλο ψοΐτη και το λαγόνιο οι οποίοι συνενώνονται. Συνδέει την σπονδυλική στήλη με τον μηρό.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]