λαζαρικά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση πληθυντικός
ονομαστική λαζαρικά
γενική λαζαρικών
αιτιατική λαζαρικά
κλητική λαζαρικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαζαρικά < Λάζαρος + -ικά < ελληνιστική κοινή Λάζαρος < εβραϊκή, אלעזר (=ο θεός βοηθός) < אל (θεός) + עזר (βοηθός)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λαζαρικά ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

λαζαρικά