λεβεντόπαιδο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λεβεντόπαιδο ουδέτερο
- το παλικάρι, ο λεβέντης, ο λεβεντονιός
- ※ την έχει σαν βασίλισσα! Με δικό της αυτοκίνητο, δούλες και παραδουλεύτρες, να'χει ράφτρες και κομμώτριες να την επισκέπτονται στο σπίτι, και δικό της οδηγό, ένα λεβεντόπαιδο (Χάρης Κ. Μεττής, Τα Κοράκια του Πόρτο Ράφτη και Άλλα Διηγήματα, εκδ. Ακακία, 2013)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] λεβεντόπαιδο
|
|