λεβέντης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λεβέντης λεβέντες
γενική λεβέντη λεβέντηδων
αιτιατική λεβέντη λεβέντες
κλητική λεβέντη λεβέντες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λεβέντης < τουρκική levend[1] < περσική لوند (lavand: νέος, τσαχπίνης, ερωτύλος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λεβέντης αρσενικό (θηλυκό: λεβέντισσα)

  1. ο άντρας που έχει αρετές όπως θάρρος και ειλικρίνεια και αντιμετωπίζει τις δυσκολίες και τους κινδύνους
    συνώνυμα: παλικάρι
  2. ψηλός και γεροδεμένος άντρας με όμορφο παρουσιαστικό

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • της φυλακής τα σίδερα είναι για τους λεβέντες: (ειρωνικά) οι ριψοκίνδυνοι ενεργούν παρά το όποιο κόστος και την όποια αντίξοη συνέπεια

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  1. όπως ονομάζονταν τα πληρώματα του οθωμανικού στόλου που αποτελούνταν από Έλληνες, Δαλματούς και Αλβανούς ναυτολογημένους από Τούρκους πασάδες. Οι Τούρκοι ιστορικοί levend ονόμαζαν τους επαγγελματίες ή μισθοφόρους ναυτικούς, τους κουρσάρους, γενικά τους θαλασσινούς. Για την τουρκική λέξη το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Ίδρυμα Τριανταφυλλίδη αναφέρει ότι είναι περσικής καταγωγής (lawand: νέος, ανδρείος) ενώ το Ετυμολογικό Λεξικό του Νικ. Ανδριώτη και το λεξικό Μπαμπινιώτη ότι προέρχεται από την ιταλική leventi (σώμα ναυτών από την Ανατολή) < levante. Κατά τον Κ. Σάθα (1885, Έλληνες Στρατιώται εις την Δύσιν, σελ. 24) η λέξη προέρχεται από την λατινική levis (milites) δηλ. ελαφρός (στρατιώτης). Οι ελαφροί (δηλ. ελαφρά οπλισμένοι) στρατιώτες εχρησιμοποιούνταν στο Βυζάντιο και αργότερα από Τούρκους, Ενετούς και άλλες δυνάμεις που στρατολογούσαν μισθοφόρους (ιππείς, ναυτικούς, πεζούς) από την πρώην Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ο όρος πέρασε και στην Τουρκική γλώσσα ως Levend.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]