Μετάβαση στο περιεχόμενο

λιμπρετίστας

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο λιμπρετίστας οι λιμπρετίστες
      γενική του λιμπρετίστα των λιμπρετιστών
    αιτιατική τον λιμπρετίστα τους λιμπρετίστες
     κλητική λιμπρετίστα λιμπρετίστες
Κατηγορία όπως «γαλαξίας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λιμπρετίστας < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λιμπρετίστας αρσενικό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]