λογότυπο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λογότυπο < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική logotype

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λογότυπο ουδέτερο και λογότυπος αρσενικό

  1. σταθερός συνδυασμός γραμμάτων ή/και συμβόλων που ταυτοποιεί ένα προϊόν ή μια εταιρεία

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]