λυματολάσπη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λυματολάσπη < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λυματολάσπη θηλυκό
- υγρό μείγμα αποβλήτων
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] λυματολάσπη
|
|