μέδω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μέδω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *med- (μετρώ, συμβουλεύω) (συγγενικό με τα μεδέων, μέτρον, μέδιμνος, μήστωρ)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μέδω

  1. κυβερνώ
  2. προστατεύω, φροντίζω, σκέφτομαι για κάποιον
  3. προνοώ, μηχανεύομαι, επινοώ
  4. θυμάμαι, έχω κατά νου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]