μαγιό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαγιό < γαλλική maillot < maille < λατινικά macula

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαγιό ουδέτερο άκλιτο (λαϊκοτρόπως δύναται και να κλιθεί όπως η λέξη νερό)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]