μαντρότοιχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μαντρότοιχος οι μαντρότοιχοι
      γενική του μαντρότοιχου των μαντρότοιχων
    αιτιατική τον μαντρότοιχο τους μαντρότοιχους
     κλητική μαντρότοιχε μαντρότοιχοι
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαντρότοιχος < μάντρα + τοίχος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαντρότοιχος αρσενικό

  1. ψηλός πέτρινος φράχτης, ψηλός τοίχος που περιφράσσει ένα οικόπεδο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]