μαντρότοιχος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μαντρότοιχος αρσενικό
- ψηλός πέτρινος φράχτης, ψηλός τοίχος που περιφράσσει ένα οικόπεδο
- ※ Του έδειξε τα ξερά κλωνιά της περιπλοκάδας πάνω στο μαντρότοιχο. (⌘ Κοσμάς Πολίτης, Εroïca, [μυθιστόρημα], 1937)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μαντρότοιχος