μαρκησία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαρκησία < θηλυκό του μαρκήσιος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαρκησία θηλυκό


Μεταφράσεις[επεξεργασία]