μαρκήσιος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαρκήσιος μαρκήσιοι
γενική μαρκησίου μαρκησίων
αιτιατική μαρκήσιο μαρκησίους
κλητική μαρκήσιε μαρκήσιοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαρκήσιος < μεσαιωνική ελληνική μαρκήσιος < μεσαιωνική λατινική marchensis < παλαιά άνω γερμανική marcha (σύνορο)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /maɾ'ci.si.ɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαρκήσιος αρσενικό, μαρκησία θηλυκό

  1. φεουδάρχης/ευγενής με τίτλο ευγενείας ανώτερο από του κόμη και κατώτερο από του δούκα
  2. (ιστορία) κόμης συνοριακών περιοχών μιας αυτοκρατορίας
    συνώνυμα: μαργράβος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]