μερικοί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

→ λείπει η κλίση

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μερικοί < μερικός < μέρος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mε.ρi.ɾi'ci/
Ομώνυμα / Ομόηχα: μερική

Αντωνυμία[επεξεργασία]

μερικοί αρσενικό αόριστη αντωνυμία, στον πληθυντικό ('μερικές θηλυκό, μερικά ουδέτερο)

  1. κάποιοι ή λίγοι
    Υπάρχουν ακόμη μερικοί άνθρωποι που επιμένουν να χρησιμοποιούν το πολυτονικό στην καθημερινή τους ζωή.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

μερικοί

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]