μετάφαση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μετάφαση μεταφάσεις
γενική μετάφασης
& μεταφάσεως
μεταφάσεων
αιτιατική μετάφαση μεταφάσεις
κλητική μετάφαση μεταφάσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μετάφαση < μετά + φάση (διεθνής βιολογικός όρος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μετάφαση θηλυκό

  1. (βιολογία): το δεύτερο στάδιο διαίρεσης του πυρήνα των ευκαρυωτικών κυττάρων, που συμβαίνει μία φορά στη μίτωση και δύο φορές στη μείωση.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]