μεταλλειοκτήτρια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μεταλλειοκτήτρια < μεταλλειοκτήτης + κατάληξη θηλυκού -τρια
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μεταλλειοκτήτρια θηλυκό
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μεταλλειοκτήτρια
|
|