μεταξίωση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | μεταξίωση | οι | μεταξιώσεις |
| γενική | της | μεταξίωσης* | των | μεταξιώσεων |
| αιτιατική | τη | μεταξίωση | τις | μεταξιώσεις |
| κλητική | μεταξίωση | μεταξιώσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, μεταξιώσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μεταξίωση θηλυκό
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μεταξίωση
|
|