Μετάβαση στο περιεχόμενο

μετατρόχιο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μετατρόχιο τα μετατρόχια
      γενική του μετατρόχιου των μετατρόχιων
    αιτιατική το μετατρόχιο τα μετατρόχια
     κλητική μετατρόχιο μετατρόχια
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μετατρόχιο < μετα- + τροχός + -ιο (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική voie[1])

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μετατρόχιο ουδέτερο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. μετατρόχιο - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)