μεταφυσική

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μεταφυσική μεταφυσικές
γενική μεταφυσικής μεταφυσικών
αιτιατική μεταφυσική μεταφυσικές
κλητική μεταφυσική μεταφυσικές

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μεταφυσική θηλυκό
[πληθυντικός σε φράσεις όπως: μεταφυσικές θεωρίες, θεωρήσεις, ερμηνείες]

  1. επεξήγηση του φυσικού κόσμου και των φαινομένων του, με επίκληση σε πνευματικές θεωρίες ή μη αιτιολογήσιμες πρακτικά θέσεις
  2. (φιλοσοφία) φιλοσοφικός κλάδος με αντικείμενο μελέτης τις γενικότατες αρχές και τους όρους της ύπαρξης, του είναι: ~ της φύσης / της ψυχής / της κοινωνίας (Αριστοτέλεια Μεταφυσική)
    • η σύγχρονη επιστήμη όταν εστιάζει σε πολύ θεμελιώδη ερωτήματα με ορθολογικό τρόπο (όχι ψυχική μεταφυσική αλλά θεμελιώδης φυσική αναζήτηση), πχ. το Σύμπαν είναι αέναος κύκλος μεγάλων εκρήξεων, γιατί η δυνητικότητα υποχρεώνει στο να υπάρχει κάτι κι όχι τίποτα (αφού το τίποτα θεμελιωδώς είναι ανύπαρκτο, κι αν υπήρχε είτε θα ήταν ανύπαρκτο είτε δεν θα ήταν τίποτα μα κάτι), (serendipitous) βιογένεση - χημική αστροβιολογική εξέλιξη επιτυχούς τυχαιότητας μεγάλων αριθμών δοκιμών, εγκεφαλολογία-νευροεπιστήμη κτλ.
  3. η αποδοχή (δυνητικά ή απόλυτα) μη ορθολογικά αναλυόμενων μηχανισμών που έχουν επίδραση ή ορίζουν τον φυσικό κόσμο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

μεταφυσική

Ομώνυμα[επεξεργασία]