μεταφυσική

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μεταφυσική μεταφυσικές
γενική μεταφυσικής μεταφυσικών
αιτιατική μεταφυσική μεταφυσικές
κλητική μεταφυσική μεταφυσικές
Συνήθως στον ενικό.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μεταφυσική θηλυκό

  1. (φιλοσοφία) φιλοσοφικός κλάδος με αντικείμενο μελέτης τις γενικές αρχές και τους όρους της ύπαρξης του όντος και του υπεραισθητού κόσμου
  2. (λαϊκότροπο) μη ορθολογική πρόταση, κάτι υπερβατικό και ακατανόητο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

μεταφυσική

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]