μηλοκόπτης
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μηλοκόπτης αρσενικό, πληθυντικός μηλοκόπτες
- σκεύος κουζίνας κοπής μήλων σε ομοιόμορφες φέτες
- μηχανή κοπής μήλων για δημιουργία μηλοπολτού που διακρίνεται σε οικιακή και βιομηχανική (παραγωγής χυμών}
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μηλοκόπτης
|
|