μηχανοτεχνίτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μηχανοτεχνίτης < μηχανή + τεχνίτης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μηχανοτεχνίτης αρσενικό

  1. (μηχανολογία): τεχνίτης εξειδικευμένος σε μηχανές, περισσότερο στην επισκευή και συντήρηση αυτών.
  2. τεχνίτης βοηθός μηχανολόγου

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]