μιτογόνο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μιτογόνο τα μιτογόνα
      γενική του μιτογόνου των μιτογόνων
    αιτιατική το μιτογόνο τα μιτογόνα
     κλητική μιτογόνο μιτογόνα
όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μιτογόνο < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μιτογόνο ουδέτερο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

μιτογόνο