Μετάβαση στο περιεχόμενο

μπασκλάς

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μπασκλάς < (λόγιο δάνειο) γαλλική basses classes (κατώτερες τάξεις) [1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /basˈklas/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μπασκλάς

Επίθετο

[επεξεργασία]

μπασκλάς άκλιτο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]